Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Η Ρωμαϊκή Δωδεκάεδρος


Ήταν παιχνίδι; Η μήπως ήταν ένα μαγικό αντικείμενο; Ηταν όργανο θεραπείας ή.... βασανιστηρίων; Η «Ρωμαϊκή δωδεκάεδρος», όπως ονομάζεται από τους αρχαιολόγους αυτό το αντικείμενο, λόγω των δώδεκα πλευρών του, παραμένει ένα μυστήριο παρά τις προσπάθειες για την ερμηνεία του. 
Κατασκευασμένα από χαλκό ή πέτρα και με μέγεθος που κυμαίνεται από 4 έως 11 εκατοστά αυτά τα αντικείμενα φέρνουν τους αρχαιολόγους σε αμηχανία τέτοια, ώστε να μην διακινδυνεύουν καμία απάντηση. Αντίθετα οι αναγνώστες του «Fox News», που τους ζητήθηκε να καταθέσουν τις δικές τους προτάσεις ήταν πιο ευφάνταστοι:
Μία ρωμαϊκή, πρωτόγονη χειροβομβίδα, απάντησε ένας. 
Μία καμπάνα, είπε ένας άλλος. Κάτι πολύ απλό: ένα πρες παπιέ, αντιπρότεινε ένας ακόμη αναγνώστης. Η απλώς ένα διακοσμητικό αντικείμενο. Η ένα αλιευτικό βάρος. Και περνώντας σε θέματα... ιατρικής κάποιος είπε, ότι χρησιμοποιούνταν για ιατρικούς σκοπούς: το θέρμαιναν και εν συνεχεία το τοποθετούσουν απλώς ή έκαναν μαλάξεις με αυτό σε περιοχές πόνου. 
Υπάρχουν τέλος άνθρωποι που πιστεύουν, ότι οι Ρωμαίοι «φύτεψαν» επίτηδες αυτά τα αντικείμενα, ακριβώς για να βρουν οι επόμενες γενιές και να αναρωτιούνται. Τι πιστεύουν όμως οι ειδικοί;
«Δεν έχω ιδέα τι μπορεί να ήταν», απαντά ο Σεμπάστιαν Χιθ, βοηθός καθηγητής στο Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Αρχαίου Κόσμου στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Για να απορρίψει όλες τις προτάσεις ερμηνείας του Δωδεκάεδρου, αφού όπως λέει ούτε με αρχαίο καμπανάκι μοιάζει, γιατί έχουν βρεθεί τέτοια και ξέρουμε πώς ήταν, ούτε με αλιευτικά βάρη, που επίσης έχουν διασωθεί πολλά, ούτε με παιχνίδια (για τους ίδιους λόγους) ενώ είναι απίθανο να ήταν απλά διακοσμητικά. 
Γιατί «Η περίπλοκη κατασκευή του, το γεγονός ότι κάποιος ασχολήθηκε πολύ για να το εφεύρει και να το κατασκευάσει και μάλιστα με το χέρι δείχνει, ότι είχε ιδιαίτερη σημασία», όπως είπε.
Η συζήτηση ωστόσο μπορεί να συνεχιστεί. «Όλα αυτά είναι καλές ιδέες, αλλά καμία δεν δίνει εύλογη εξήγηση. Οι αρχαιολόγοι όμως δέχονται ευπρόσδεκτα τις προτάσεις των ανθρώπων και είναι σπουδαίο που ασχολούνται με αυτό», δήλωσε ο Χιθ.

Πηγή: Το Βήμα

Το Νησί του Πάσχα


Η ιστορία της ανθρώπινης παρουσίας στο νησί του Πάσχα αρχίζει περίπου το 500, όταν καταφθάνουν και οι πρώτοι άποικοι από τα νησιά Μαρκάσας ή Μανγκαρέβα της Γαλλικής Πολυνησίας Σύμφωνα με ορισμένες θεωρίες οι πρώτοι άποικοι έφθασαν εδώ από την Ούρου (Uru), που βρίσκεται στα σύνορα της Βολιβίας, του Περού και της Χιλής.
Οι ιστορικές γνώσεις για τους επόμενους αιώνες είναι ανύπαρκτες, έως τον 18ο αιώνα τουλάχιστον. Το 1722 ο ολλανδός θαλασσοπόρος Γιάκομπ Ρόγκεβεν το ονόμασε έτσι, εξαιτίας του ότι έφθασε στο νησί την ημέρα του Πάσχα. Οι διασωθείσες μαρτυρίες μιλούν για ένα νησί ερημωμένο. Το 1770 κατέφθασε στο νησί ο ισπανός εξερευνητής Ντον Φελίπε Γκονζάλες, ο οποίος διεκδίκησε τα εδάφη του για την Ισπανία, αν και ανεπισήμως. Τέσσερα χρόνια μετά, το 1774, πέρασαν από το νησί ο βρετανός θαλασσοπόρος Τζέιμς Κουκ και ο γάλλος Ναύαρχος Μπουγκανβίλ
Στην αυγή του 19ου αιώνα, περί το 1800 μαρτυρείται πως φαλαινοθήρες εισήγαγαν ασθένειες στους γηγενείς κατοίκους, ενώ το 1805 αμερικανικό πλοίο απήγαγε 22 νησιώτες. Το 1860 περουβιανοί δουλέμποροι απήγαγαν 1.407 νησιώτες, περίπου το 1/3 του πληθυσμού όπως εκτιμάται, για να εργαστούν στα ορυχεία του Περού. Η επίσημη κυβέρνηση του Περού έστειλε πίσω περί τους 100 αιχμαλώτους, από τους οποίους επέζησαν μόνον 10, εισάγοντας ταυτόχρονα την ευλογιά στο νησί. Το 1866 γάλλοι ιεραπόστολοι κατασκευάζουν στο νησί νοσοκομεία και ιεραποστολές, κάτι που θα ελκύσει χαρακτήρες όπως ο Ζαν Μπατίστ Ντιτρού-Ντι Μπορνιέ, που ορίζει εαυτόν κυβερνήτη του νησιού. Οι γάλλοι ιεραπόστολοι αποχωρούν το 1871. Μαζί τους αποχωρούν 200 γηγενείς για την Ταϊτή και 150 για το Γκαμπιέ. Ο Ντι Μπρονιέ δολοφονείται λίγα χρόνια αργότερα από τους 150 εναπομείναντες γηγενείς, όταν επιχειρεί να μετατρέψει το νησί σε φάρμα για πρόβατα. Ο 19ος αιώνας κλείνει με την αποβίβαση στο νησί του χιλιανού καπετάνιου Πολίκαρπο Χουρτάντο κατά το 1888, που διεκδικεί το νησί επισήμως για τη Χιλή.
Στον 20ο αιώνα χαρακτηρίζονται ως σημαντικές δύο εξεγέρσεις, αυτή του 1914 και η εξέγερση του 1964 μισό αιώνα μετά. Στην πρώτη οι λιμοκτονούντες γηγενείς εξεγείρονται και ζητούν να φύγουν για την Ταϊτή. Η εξέγερση δεν επιτυγχάνει. Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1934 καταφθάνει στο νησί ο ελβετός εθνολόγος Αλφρέ Μετρό για να μελετήσει τους τοπικούς μύθους και τον κοινωνικό ιστό, γεγονός που είχε ως εποτέλεσμα το έργο του για την Εθνολογία της Νήσου του Πάσχα (L’Île de Pâques, 1935) σε έκδοση του Bishop Museum Press. Το 1952 το Χιλιανό Ναυτικό κάνει την εμφάνισή του στο νησί προκειμένου να κρατήσει σε ύφεση οποιεσδήποτε τάσεις εξέγερσης. Το 1955 με την αποστολή του νορβηγού καθηγητή Τορ Χάιερνταλ γίνεται μια δεύτερη προσπάθεια μελέτης του νησιού. Μία δεκαετία αργότερα ακολουθεί δεύτερη εξέγερση που έχει ως αποτέλεσμα τη διενέργεια εκλογών. Τις εκλογές κέρδισε ο γηγενής Ράπου 1964, δίνοντας τέλος στην καταπίεση. Το νησί συνδέθηκε αεροπορικά και εμπορικά με τον υπόλοιπο κόσμο χάρη σε αμερικανικό αεροδρόμιο και διαμετακομιστικό εμπορικό σταθμό.
Υποστηρίζεται ότι οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού ήταν Πολυνήσιοι και έφτασαν σε αυτό με σχεδίες τον 5ο αι. Η γλώσσα Ράπα Νούι είναι μία από τις εκτιμώμενες 1.000-1.200 Αυστρονησιακές γλώσσες, ανάλογα τα κριτήρια διαφοροποίησης μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός του νησιού προέρχεται από μια πολυνησιακή υποομάδα νήσων της ομάδας Marquesas (märkā`säs). Το αρχικό λεξιλόγιο της Ράπα Νούι γλώσσας έχει χαθεί εκτός από μερικές μεικτές πολυνησιακές ή μη λέξεις που καταγράφηκαν πριν την εισαγωγή της ταϊτινής διαλέκτου από ιεραπόστολους στον αποδεκατισμένο πληθυσμό του 1864. Σήμερα γενικώς μιλούνται τα Ισπανικά
Το νησί παρουσιάζει αρχαιολογικό ενδιαφέρον, εξαιτίας της ύπαρξης των μνημειακών διαστάσεων λαξευμένων μορφών, των ταφικών της μνημείων, κτηρίων και μνημείων που αποδίδονται σε γηγενείς αρχαιότερων εποχών. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν τα γιγάντια λίθινα αγάλματα ή μοάι, ύψους και 10m, πολλά από τα οποία είναι ημιτελή. Τα αρχαιότερα αγάλματα χρονολογούνται στον 8ο αι. Το 1995 η UNESCO χαρακτήρισε την περιοχή (Εθνικό Πάρκο Ράπα Νούι) ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Σοΐτσι Γιοκόι: 28 χρόνια σε σπηλιά




Ο Γιοκόι γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου του 1915 στο Σαόρι στο νομαρχιακό διαμέρισμα Αΐτσι. Με την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου επιστρατεύτηκε από τον Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Στρατό και το 1941 μετέβη στο Γκουάμ, το οποίο οι Ιάπωνες ήθελαν να κρατήσουν υπό την κατοχή τους.
Ωστόσο, το 1944, δεδομένου ότι οι αμερικανικές δυνάμεις ανακατέλαβαν το νησί, ο Γιοκόι αναγκάστηκε να κρυφτεί στη ζούγκλα του Γκουάμ για να μην τον ανακαλύψουν οι εχθροί.
Στις 24 Ιανουαρίου του 1972 δύο κυνηγοί τον ανακαλύπτουν σ' ένα απομακρυσμένο σημείο της νήσου. Ο 57χρονος Γιαπωνέζος (λοχίας κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου), αφού τρομοκρατήθηκε αρχικά από την παρουσία των δύο "εχθρών", στη συνέχεια σοκαρίστηκε όταν έμαθε πως ζούσε επί 28 χρόνια σε μια σπηλιά, ενώ ο πόλεμος είχε τελειώσει...
Μάλιστα, προσοχή....επιστρέφοντας στην Ιαπωνία (με το σκουριασμένο τουφέκι στον ώμο του), δήλωσε πως "νιώθω ντροπιασμένος που επέστρεψα ζωντανός".

Κι όμως, η υποδοχή που επιφύλαξαν οι συμπατριώτες του ήταν θερμή, καθώς θεωρήθηκε εθνικός ήρωας. Μετά από "περιοδεία" σε όλα τα ΜΜΕ της Ιαπωνίας, αποφάσισε να παντρευτεί και να εγκατασταθεί στο Αΐτσι. Μάλιστα, το γεγονός πως είχε ζήσει 28 χρόνια σε μια σπηλιά τον ανήγαγε σε τεράστια τηλεοπτική διασημότητα, αλλά και παράδειγμα της αυστηρής διαβίωσης.
Το 1977 τηλεοπτικός σταθμός της Ιαπωνίας έκανε τη ζωή του Σοΐτσι ντοκιμαντέρ, το οποίο πήρε τον τίτλο "Ο Γιοκόι και τα 28 χρόνια της μυστικής ζωής του στο Γκουάμ". Ο ίδιος πήρε ως αντίτιμο 300 δολάρια, αλλά και μια μικρή σύνταξη, εφ' όρου ζωής!
Το 1991 ο Αυτοκράτορας Χιροχίτο τον συνάντησε, με τον Γιοκόι να υποστηρίζει πως αυτή τους η συνάντηση ήταν η μεγαλύτερη τιμή που είχε δεχθεί ποτέ. Είχε προετοιμάσει, μάλιστα, ακόμη και έναν λόγο μετάνοιας για να τον διαβάσει στον αυτοκράτορα. Μήνες αργότερα, ο Γιοκόι αποκάλυψε σε Ιάπωνα δημοσιογράφο πως είχε και έναν σοβαρό προσωπικό λόγο που επέλεξε να παραμείνει απομονωμένος. Συγκεκριμένα, του είπε πως: "Πέρασα πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια, μεταξύ πολλών αγενών συγγενών. Έμεινε στη ζούγκλα, επειδή ήθελα να ξεφύγω από αυτούς...".
Ο Γιοκόι πέθανε στις 22 Σεπτεμβρίου του 1997 από έμφραγμα σε ηλικία 82 ετών. Ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο της Ναγκόγια, ενώ η ταφόπλακα που μπήκε στον τάφο του ήταν η ίδια που είχε φτιάξει για τον ίδιο η μητέρα το 1955. Οι επισκέπτες του Γκουάμ μπορούν να κάνουν μια μικρή βόλτα γύρω από τη "Σπηλιά του Γιοκόι", καθώς πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ατραξιόν του νησιού και μνημείο της ζωής του ήρωα. Πάντως, η σπηλιά παραμένει σφραγισμένη και μόνο η είσοδος είναι ορατή.








Πηγή: www.bet-hoven.net

Το στοιχειωμένο γεφύρι και η Ντούμινα


Κοντά στην Αιδηψό, το χωριό Άγιος και στην θέση Κουβέλα, υπάρχει ένα ψηλό και απότομο γιοφύρι που αξίζει τον κόπο να σταματήσει κανείς για λίγο, να το περιεργαστεί. Αξίζει να δει την όμορφη ψηλοκρεμαστή καμάρα του που είναι από καλοπελεκημένη, γαλάζια αγριόπετρα, χτισμένη με σπάνια αρχιτεκτονική και μαστοριά.
Οι αιώνες που πέρασαν από πάνω του δεν το πείραξαν καθόλου. Ούτε οι μεγάλες κατεβασιές το χειμώνα, όταν το ορμητικό νερό του ποταμού το χτύπαγε μέχρι τα μισά! Στέκεται εκεί σα στοιχειωμένος πέτρινος γίγαντας, που δεν τον φοβίζει τίποτα! Πόσες γενιές πέρασαν απο τότε που χαράχτηκε εκείνος ο δρόμος Αιδηψού-Ιστιαίας, όπου στέριωσαν και το γιοφύρι! Κι ακόμα, πόσοι άνθρωποι το διάβηκαν και πόσοι μέλει να το διαβούν. Κι εκείνο θα στέκεται εκεί απείραχτο και ατάραχο!Ένας πολύ γέρος του χωριού, μου εξιστόρησε έτσι, σαν παραμύθι, το θρύλο για το χτίσιμο του γιοφυριού, που έχει δεθεί με το όνομα μιας όμορφης γυναίκας.«Τον καιρό που χτίστηκε το γιοφύρι, από κάποιον ξακουστό πρωτομάστορα, ζούσε στο χωριό μας ετούτο μια πεντάμορφη γυναίκα. Κυπαρισσένιο το κορμί της, ήλιος το πρόσωπό της, κι ασπροκόκκινο σαν απριλιάτικο τριαντάφυλλο το δέρμα της. Ντούμινα την έλεγαν. Ότι που είχε παντρευτεί, στα δεκαοχτώ της, κείνη τη χρονιά που ’ρθε ο πρωτομάστορας στο χωριό μας να βάλει τα θεμέλια του γιοφυριού.Την πρώτη μέρα που ’βαζε τα σχέδια ο πρωτομάστορας, κατέβηκε όπως όλες οι γυναίκες του χωριού, και η Ντούμινα με την στάμνα της να πάρει νερό απο τη βρύση που ‘ταν κοντά στο μελλούμενο τότε γιοφύρι. Άστραψε ο τόπος και η ρεματιά! Μοσκοβόλησε ο αγέρας θηλυκό, σαν πέρασε δίπλα όπου έστεκε ο πρωτομάστορας, κι εκείνος τα ‘χασε! Νέος, γερός και όμορφος, μόλις που την αντίκρισε έμεινε ο νούς και η καρδιά του σ’ αυτήν. Ποτέ του, όσα μέρη κι αν γύρισε, δεν ξανάχε δει τέτοια παράξενη ομορφιά, ίδια νεράιδα. Σαν έμαθε όμως πως ήταν παντρεμένη, μαράθηκε! Τη ζήλεψε, ζήλεψε και μίσησε ακόμα τον άντρα που την παντρεύτηκε και καταράστηκε τη μοίρα του γιατί να μην τον βοηθήσει να τη γνωρίσει πριν παντρευτεί!Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν τα σχέδια του γιοφυριού κι ανοίχτηκαν τα φαρδιά και βαθιά θεμέλια. Έτσι έφτασε κι η ημέρα που θ’άρχιζε το χτίσιμο. Το πρωί εκείνο θα ‘ριχνε ο πρωτομάστορας τη πρώτη πέτρα στο θεμέλιο. Όμως κατά το έθιμο τότε των μαστόρων, για να θεμελιωθεί και να στεριώσει το γιοφύρι, έπρεπε να στεριώσουν τον πρώτο τυχόντα περαστικό ή περαστικιά απο εκεί. Έτσι αποφάσισαν και περίμεναν οι μαστόροι, κείνο το πρωι, ποιός ή ποιά θα περνούσε για τη βρύση ή το ρέμα, να τον φωνάξει ο πρωτομάστορας κοντά στο θεμέλιο και να ρίξει την πρώτη πέτρα πάνω στον ίσκιο του. Κείνο το πρωινό, με το σκάσιμο του ήλιου, από το βουνό της ανατολής, κίνησε η Ντούμινα να πάει στο ρέμα για κοπάνισμα. Έτσι, αστάλαχτη στο ντύσιμο καθώς ήταν όλες τις ώρες, έβαλε τον μπόγο στο κεφάλι της κρατώντας τον με το να της χέρι, ενώ με τ’ άλλο βαστούσε τον κόπανο και κατηφόρισε προς το ρέμα. Τα ψεύτικα φουριά της μπόλιας της άστραφαν στον πρωινό ήλιο κι αντιφέγγιζαν στο αιθέριο της πρόσωπο!Έτσι καθώς την είδαν οι μαστόροι να κατεβαίνει, την αποθαύμαξαν, αναστέναξαν, κι ύστερα έμειναν μ’ ανοιχτό το στόμα για πολλή ωρα! Την κοίταξε κι ο πρωτομάστορας και πώς δε λιποθύμησε απο την ταραχή του! Απο τη μία ζήλευε πολύ που δεν μπορούσε να την κάνει δική του. Από την άλλη όμως την λυπόταν, δεν ήθελε να είναι εκείνη που θα στοίχειωνε. Να, όμως, που η μοίρα το ‘θελε έτσι!Η λυγερόκορμη Ντούμινα έφτασε στο ρέμα, καλημέρισε με χαμόγελο τους μαστόρους κι ύστερα προχώρισε στο ποτάμι, όπου ο βόθανος με τις πλακαρόπετρες που κοπάνιζαν. Απόθεσε στην ακροποταμιά το μπόγο, ξιπολήθηκε κι ύστερα σήμωσε λίγο ως τις γάμπες της τη χιονάτη, μακριά ως τον αστράγαλο, παλιαρούτα της που την έπιασε πίσω μπρος με δυο παραμάνες. Και σαν μπήκε στο κατακάθαρο νερό του ποταμιού, καθρεφτίστηκαν τα ασπροκόκκινα πόδια της, τα τόσο λαχαριστά και εξαίσια. Έσκυψε ύστερα το κορμί της να ταχτοποιήσει την πλακαρόπετρα, και τότε έτσι, καθώς μια κατακόκκινη ηλιαχτίδα τη σημάδεψε, φάνταξε σ’ όλους ίδια πεντάμορφη καμάρα γεφυριού!Ο πρωτομάστορας, αφού την αποθαύμασε και τη ροκάνισε με τα μάτια του, έτσι, καθώς καθόταν στην άκρη του θεμελιού, για μια στιγμή πήρε θάρρος και φώναξε σαν από βαθύ ύπνο:‘Καλή αρχόντισσα, παίρνεις αν θες λίγο το μαντίλι μου να το πλύνεις. Έτσι να ‘χεις πολύ καλό...’Εκείνη, αφού δίστασε στην αρχή, ξεκίνησε ρέμα-ρέμα και έφτασε ως την άκρη του θεμέλιου, όπου από την άλλη μεριά έστεκε ο πρωτομάστορας. Κι έτσι καθώς έσκυψε να πάρει το μαντίλι, έπεσε για καλά ο ίσκιος της στον πάτο του θαμελιού. Τότε –χωπ!- έριξε την πρώτη πέτρα ο πρωτομάστορας στο θεμέλιο, πάνω ακριβώς στον ίσκιο της Ντούμινας!Λένα πως η Ντούμινα δεν το πήρε είδηση, ούτε και ήξερε απο αυτά τα τερτίπια και τα ξετάσματα των μαστόρων. Όμως στο χρόνο πάνω πέθανε! Και πέθανε κείνη τη μέρα ακριβώς που τελείωνε το γιοφύρι και έκαναν τα εγκαίνια στο φαρδύ εκέινο αμαξόδρομο. Λένε πως πέθανε απότομα, έτσι, χωρίς αρρώστια, μόλις που ‘κλεισε τα είκοσι, νιόπαντρη, μ’ ένα παιδί στα σπλάχνα της! Αναστατώθηκε όλο το χωριό! Έκλαψε όλη η γούρνα εκείνη. Έκλαψε όμως πολύ και ο πρωτομάστορας, που δεν είχε προλάβει ακόμα να φύγει από το χωριό. Έκλαψε πολύ, γιατί πίστευε στα σοβαρά πως αυτός τη θανάτωσε, επειδή την είχε στοιχειώσει για να στεριωθεί το γιοφύρι. Απο τότε, λένε, άρχισε να βγαίνει το φαντασμά της στο γιοφύρι εκείνο. Την έχουν δει πολλοί να ανεβαίνει, ακριβώς τα μεσάνυχτα, από το θεμέλιο του γιοφυριού, ακριβώς από εκεί που στοιχειώθηκε. Ανεβαίνει αεράτα, αργά και στέκεται ψηλά στο μαρμαρένιο χείλος του γιοφυριού. Βγαίνει, λένε, πάντα με τα καλά της σεγκούνια, με την καλή της φορεσιά. Έτσι καθώς έβγαινε, σαν ζούσε, στα πανηγύρια και τις λαμπρές μέρες. Έτσι καθώς την είχαν ντύσει για τον άλλο κόσμο! Φοράει την καινούργια μπόλια, κόκκινο χρυσοκάβαδο με διπλή αρματωσιά, φλουριά στα στήθια και στην καμάρα του μετώπου της. Αστράφτει και φέγγει σαν τον ήλιο (λένε αυτοί που την είδαν) και στέκεται εκεί στο χείλος του γιοφυριού για καμπόση ώρα, ακριβώς τα μεσάνυχτα κι ύστερα εξαφανίζεται πάλι σαν αέρας.Πάρα πολλοί, λένε, είχαν δει την στοιχειωμένη Ντούμινα. Γι’ αυτό μέχρι πριν λίγα χρόνια, όπου ο κόσμος άρχισε να μην πολυπιστεύει στα φαντάσματα και τα στοιχειά, το γιοφύρι αυτό φοβόταν ο καθένας να το περάσει τη νύχτα μόνος του. Πολλοί που βρίσκονταν στην ανάγκη, το πέρναγαν βιαστικά λέγοντας το ‘Πάτερ Ημών’. Άλλοι πάλι το πέρναγαν τραγουδώντας δυνατά, γιατί κάποιος είπε πως η Ντούμινα δεν βγαίνει σαν ακούσει φωνές και τραγούδια!Ακόμα οι καροτσέρηδες και οι σοφεραίοι φοβόνταν και αυτοί να περάσουν την νύχτα από το στοιχειωμένο γιοφύρι κι όταν ήταν απαραίτητο να περάσουν, άρχιζαν να χουγιάζουν δυνατά τα άλογα ή να κορνάρουν συνέχεια ως ν’ απομακρυνθούν πολύ από εκεί.Τώρα πια, μου είπε τελειώνοντας ο γέρος, κανένας δεν πιστεύει στα στοιχειά και στα φαντάσματα. Κι όμως, οι πιο παλιοί, ακόμα και τώρα, όταν περνάνε νύχτα μόνοι από το γιοφύρι αυτό, αισθάνονται μια κρυάδα, έναν κάποιο αόριστο φόβο...»


πηγή www.metafysiko.gr

Τεοτιχουακάν


Μια σήραγγα 120 μέτρων γεμάτη σύμβολα που οδηγούσε στους ταφικούς θαλάμους και αποτελούσε “αναπαράσταση του κάτω κόσμου” ανακάλυψαν αρχαιολόγοι στην αρχαία πόλη Τεοτιχουακάν χάρη σε συσκευή ραντάρ.
Χρειάστηκαν ιδιαίτερα αναπτυγμένη τεχνολογία και σχεδόν δύο χιλιετίες για να αποκαλυφθεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά της αρχαίας Αμερικής. Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν στην αρχαία πόλη του Μεξικού Τεοτιχουακάν “μια αναπαράσταση του κάτω κόσμου” χάρη σε συσκευή ραντάρ: μια σήραγγα 120 μέτρων γεμάτη σύμβολα που οδηγούσε στους ταφικούς θαλάμους και η οποία παρέμενε κρυμμένη επί περίπου 1.800 χρόνια.
Οι ερευνητές προχώρησαν μόλις στα πρώτα επτά μέτρα του τούνελ, αλλά το ραντάρ αποκάλυψε ότι έχει μήκος 120 μέτρων. Οι αρχαιολόγοι θεωρούν ότι είναι ένα πέρασμα που οδηγεί σε τρία δωμάτια και πιθανότατα θα βοηθήσει στη εξήγηση των πεποιθήσεων του αρχαίου μεξικανικού πολιτισμού. Η σήραγγα, που βρίσκεται 13 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης, ανακαλύφθηκε τυχαία για πρώτη φορά το 2003, όταν βαριά βροχή άνοιξε μια μικρή τρύπα στο έδαφος. Εως τώρα δεν έχει ανακαλυφθεί κανένας τάφος μονάρχη κοντά στην πόλη του Μεξικού, αλλά αυτό πιστεύουν ότι θα αλλάξει.
“Στο τέλος της σήραγγας υπάρχουν διάφοροι θάλαμοι όπου είναι δυνατόν να διατηρούνται τα λείψανα των ηγεμόνων του Μεσοαμερικανικού Πολιτισμού” πιστεύει ο Σέρτζιο Γκόμεζ Τζάβεζ, αρχαιολόγος του Εθνικού Ινστιτούτου Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Μεξικού. “Εάν επιβεβαιωθεί, θα είναι μία από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 21ου αιώνα σε παγκόσμια κλίμακα”.
“Γνωρίζουμε ότι το Τεοτιχουακάν ήταν χτισμένο σαν αντίγραφο αυτού που θεωρούσαν ως κόσμο, ως σύμπαν” επισημαίνει ο αρχαιολόγος. “Ετσι, φανταζόμαστε τη σήραγγα ως αναπαράσταση του κάτω κόσμου”. Το Τεοτιχουακάν, με τις τεράστιες πυραμίδες του Ηλιου και της Σελήνης, είναι κατασκευασμένο ως ένας λαβύρινθος παλατιών, ναών, οικισμών, εργαστηρίων, αγορών και λεωφόρων. Πιστεύεται πως η πόλη χτίστηκε γύρω στο 100 π.Χ. και υπήρχε έως τον 8ο αιώνα.
Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, πρόκειται για το κέντρο με τη μεγαλύτερη επιρροή της προϊσπανικής Βόρειας Αμερικής, με πληθυσμό 200.000 ατόμων στην ακμή του. Μόνο το 5% του Τεοτιχουακάν έχει ανασκαφεί παρότι έχουν περάσει περισσότερα από 100 χρόνια ερευνών.
Προτού μπουν οι ερευνητές στη σήραγγα, τον περασμένο Νοέμβριο, ένα μικρό τηλεκατευθυνόμενο ρομπότ με ενσωματωμένη κάμερα -το πρώτο που εξερευνά τις αρχαιότητες του Μεξικού- ερεύνησε τη σήραγγα, μπαίνοντας μέσα από μια μικρή οπή, ενώ παράλληλα έγινε χρήση θερμικών απεικονίσεων, σαν αυτές που πριν από λίγες ημέρες έφεραν στο φως 17 κρυμμένες πυραμίδες, 3.000 οικισμούς και 1.000 ταφικές τοποθεσίες κάτω από την επιφάνεια της γης της Αιγύπτου.
Τώρα στην περιοχή εργάζονται περίπου 300 άνθρωποι, που κατεβαίνουν από τρεις σκάλες στα βάθη του τούνελ και οι οποίοι έχουν καταλήξει ότι κάποια στιγμή, γύρω στο 200 με 300 μ.Χ., έγινε σκόπιμη προσπάθεια να μπλοκαριστεί η είσοδος, καθώς τοποθετήθηκαν εκεί πέτρες και θραύσματα που προέρχονταν από έναν κατεστραμμένο ναό.

Πηγή: Έθνος
Ζούμε σε έναν κόσμο ποικιλόμορφο και εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ένα κόσμο γεμάτο χρώματα, αρώματα, ιδέες και συναισθήματα. Γεμάτο από πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους και ανεξερεύνητες γωνιές. Ένας κόσμος που έχει πολλά να μας διδάξει και έχει πολλά να μάθει ακόμα και αυτός. Αξίζει μια εξερεύνηση στα μικρά και μεγάλα παράξενα που μας περιβάλουν!

It's a weird world and we love it!!!